Aνθρωπογεωγραφιες

Γκαλερι Ατριον (Nitra) Θεσσαλονικη, Οκτωβριος 2011

Γεωγραφώντας ιστορίες: σημειώσεις για τη ζωγραφική της Στέλλας Μελετοπούλου

Κυρίαρχο ζήτημα της πρώτης ατομικής έκθεσης της Στέλλας Μελετοπούλου αποτελούσε ο αντιληπτός εσωτερικός και εξωτερικός αρχιτεκτονημένος χώρος: λιτά αλλά εξαιρετικά σαφή σχεδιάσματα τοπίων με πολλαπλές εστίες θέασης και κατά κύριο λόγο υπαινισσόμενη ανθρώπινη παρουσία.

Στην τωρινή θεματική ενότητα της Μελετοπούλου με τον εύγλωττο τίτλο «Ανθρωπογεωγραφίες», η ανθρώπινη παρουσία τρέπεται σε επίκεντρο της εστίας του βλέμματος, ακολουθώντας ωστόσο και πάλι τη λογική της σημειωματικής απεικόνισης της πραγματικότητας και αναζητώντας συνοπτικές συντεταγμένες γεωγραφημένης σωματικής και νοητικής ανθρώπινης ύπαρξης που οριοθετούν έναν ζωτικό χωρο-χρόνο κινούμενο  παράλληλα με το ζωγραφικό πεδίο του κάθε πίνακα.

Επιχειρώντας να προσδιορίσει την έννοια του χρόνου, ο Καντ περιγράφει τον Χρόνο ως μια προϋπάρχουσα έννοια που, από κοινού με άλλες προϋπάρχουσες έννοιες όπως ο Χώρος, μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε την εμπειρία των αισθήσεων. Ο Καντ αρνείται ότι ο χρόνος ή ο χώρος αποτελούν ύλη, αυτοτέλεια ή εμπειρική γνώση: κυρίως, θεωρεί τόσο τον χρόνο όσο και τον χώρο στοιχεία ενός συστημικού πεδίου επάνω στο οποίο δομούμε τις καθημερινές εμπειρίες μας. Σύμφωνα με την ερμηνεία του, οι χωρικές μετρήσεις χρησιμοποιούνται κυρίως για να υπολογίσουν τις αποστάσεις μεταξύ αντικειμένων, ενώ οι χρονικές μετρήσεις χρησιμοποιούνται προκειμένου να υπολογιστεί το διάστημα μεταξύ (ή η διάρκεια κατά) των γεγονότων. Έτσι, ο χώρος και ο χρόνος, χωρίς να είναι αυτοτέλειες, εξαιτίας της ύπαρξης αυτού του συστημικού πεδίου, παραμένουν ως έννοιες εμπειρικά αληθινές και όχι απλές ψευδαισθήσεις.

Το ζητούμενο ενός συστημικού πεδίου χώρου και χρόνου, εντός του οποίου κινείται και συνδιαλέγεται η ανθρώπινη ύπαρξη δημιουργώντας ανεπαίσθητα ορατά και αόρατα χωρικά μοτίβα, αποτέλεσε τον κύριο καμβά εργασίας των «ανθρωπογεωγραφιών» της ζωγράφου: παλίμψηστα τοπία που ηθελημένα μοιάζουν ημιτελή, καθώς η αφήγηση δίνει τη θέση της στη σημειωτική στίξη, ίχνη πόλεων όπου οι συνοπτικοί γραμμικοί όγκοι εναποτίθενται στο φως, ανθρώπινες φιγούρες που συναντώνται στα διάκενα δρόμων ή δωματίων, άλλοτε συνάπτοντας άρρηκτους δεσμούς και άλλοτε φευγαλέες σχέσεις, άλλοτε χωρίζοντας οριστικά και άλλοτε παραμένοντας εσαεί άγνωστες, επιτρέποντας ωστόσο στο σύνολό τους έναν βαθμό οικειότητας στο βλέμμα του θεατή, που οι ίδιες δεν φοβούνται να αντικρύσουν κατάματα: «πρόκειται για φίλους και εραστές που αγγίζονται, παιδιά και γονείς που απογαλακτίζονται σταδιακά από την καθημερινή τους συνύπαρξη, αγνώστους που συναντιούνται ή συναντήθηκαν κάποτε χωρίς να το ξέρουν», εξηγεί η ζωγράφος, μιλώντας για την ανάγκη της να εντοπίσει και να σημαδέψει ανεξίτηλα αυτές τις ρωγμές οικειότητας μέσα στον ορατό χώρο, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα στα τελάρα της τις παλίμψηστες επιθέσεις του χρόνου, καθιστώντας στιβαρή τη μικρή σκιά τους μέσω της αιωρούμενης προοπτικής των επάλληλων σχεδιασμάτων της, μέσω της  ανοιχτής σε κάθε είδους ανατροπή εικονοποιίας της.

Στο έργο της Μελετοπούλου, ο άνθρωπος δεν είναι ούτε αδιάφορος, ούτε αμέτοχος ως προς τον έξωθεν κόσμο. Αποφεύγοντας κάθε είδους στιλιζάρισμα, οργανώνοντας τον χώρο σε μεσαία ή μικρά πεδία που αποτελούν χωριστές αυτοτέλειες, προτείνοντας έναν εκλεκτικό σχεδιασμό που δεν αναζητεί ως αυτοσκοπό του την τελειότητα, ή το non-finito όταν τα βασικά έχουν ήδη ειπωθεί στην επιφάνεια του τελάρου, επιλέγοντας την ένθεση λέξεων ή φράσεων στους καμβάδες που κατά τη γνώμη της το επιζητούν (κυρίως όταν εκλείπει η ανθρώπινη παρουσία), εμμένοντας συχνά στις θεραπευτικές ιδιότητες ή την αυτογνωσιακή αλήθεια του λευκού και άλλοτε αιφνιδιάζοντας τον θεατή με την τολμηρή χρήση ενός ευφραντικού ρόδινου χρώματος, στη δεύτερή της εκθεσιακή ενότητα η νέα ζωγράφος προτείνει κατοικημένους τόπους με εγγεγραμμένες ψυχολογικές συνθήκες που αφορούν εντέλει τον ίδιο τον θεατή: εξομολογούμενη στο έργο της την προσωπική αλήθεια του δικού της βιωμένου  κόσμου, η Μελετοπούλου μας εγκαλεί σε μια δύσκολη διαδικασία αυτογνωσίας, σε μια απόπειρα εντοπισμού του δικού μας προσωπικού  γεωγραφικού χώρου και χρόνου, σε μια απόπειρα εντοπισμού των αιωρούμενων συντεταγμένων των δικών μας σχέσεων με τους οικείους και τους αγνώστους που εγκαθίστανται καθημερινά στο οπτικό και συναισθηματικό μας πεδίο.

                                                                                                                                                       Ίρις Κρητικού