Αόρατα Nήματα

Γκαλερί Σκουφά –  Απρίλιος 2016

Τι κάνει ο καλλιτέχνης; Σχεδιάζει ενώσεις. Δένει τα αόρατα νήματα μεταξύ των πραγμάτων. Βουτά στην ιστορία, είτε πρόκειται για την ιστορία της ανθρωπότητας, είτε πρόκειται για τη γεωλογική ιστορία της Γης, είτε για την αρχή και το τέλος του μανιφέστου του κόσμου.                                                                                                                                                                                                            Anselm Kiefer

Πρόκειται για μια σειρά δισδιάστατων και τρισδιάστατων επιτοίχιων έργων μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, όπου τα συμβολικά υποκείμενα και τα αντικείμενα της εννοιολογικής και της απτικής μνήμης της ζωγράφου διασώζονται από τη λήθη και ενσωματώνονται αρχικά στο ζωγραφικό και στη συνέχεια στο έξεργο πεδίο, προτείνοντας αυτοτελή νέα σύμπαντα που επιδέχονται και αιτούν πολλαπλές ερμηνείες.

Η Στέλλα Μελετοπούλου προτείνει εδώ μια σημειολογική ρυθμική  ακολουθία απο απέριττες «υφάνσεις» οικείων στην ίδια εννοιολογικών τόπων και διαδρομές σκέψεων επάνω σε μονοχρωματικούς κάμπους όπου οι ενθέσεις αντικειμένων άλλοτε ορίζονται σχεδιαστικά, διατηρώντας μια ανεπαίσθητη μνήμη της αλληλουχίας των φωτεινών καμπύλων σχημάτων του Matisse και της διαδοχής των σκοτεινών κάμπων στο έργο του Klee, και άλλοτε προστίθενται κυριολεκτικά, οριοθετούμενες από τελάρα με καρφιά και από συρμάτινα, πλαστικά ή υφασμάτινα νήματα. Το αρθρωτό πλαστικό σώμα των εφευρημένων από την ίδια πυκνών οργανικών συστάδων από πολυάριθμα ετερόκλητα αντικείμενα που πλεγμένα μεταξύ τους με χρωματιστή κλωστή, σιδερένιο νήμα ή πετονιά θυμίζουν στην πρώτη τους ανάγνωση παιδικά μεκανό, οι επαναλαμβανόμενες εφαπτόμενες γεωμετρικές φόρμες (τρίγωνο, τετράγωνο, κύκλος ή ημικύκλιο), οι επινοητικές χρήσεις ευτελών αντικειμένων όπως τα θρυμματισμένα κομμάτια καθρέφτη ή τα ξύλινα καλαμάκια και η πολυφωνική παρουσία συμβόλων όπως το ψάρι, το φεγγάρι, το κλειδί, η σημαία ή το μάτι-φανός και οι οργανικές έμβιες εικόνες που εντέλει σχηματίζονται μέσω αυτής της προσθετικής χειρωναξίας αιωρούμενες εντός των αυστηρών ορίων που θέτει η ζωγράφος, πάλλονται ανάμεσα στα νοήματα και τα νήματα που η ίδια τεντώνει και χρησιμοποιεί άλλοτε σαν ζωτικές ανθρώπινες αρτηρίες και άλλοτε σαν ευαίσθητες χορδές μουσικού οργάνου, ή καρφιτσώνονται σαν πολύτιμες υπαινικτικές σημάνσεις εμψύχου βίου επάνω σε αφαιρετικές μονοχρωματικές επιφάνειες από ξύλο ή καμβά.

Με τον τρόπο αυτό, η Μελετοπούλου εφευρίσκει μια νέα, εύηχη γλώσσα με διακριτούς φθόγγους: με πυκνές αναφορές στον μύθο, την ιστορία και την ανθρωπολογία, με ενδελεχείς περιπλανήσεις στα γλωσσολογικά αρχέτυπα του Ferdinand de Saussure και στις επιστημονικές διαπιστώσεις του Roman Jacobson με αντικείμενο τη σχέση μεταξύ ήχου και νοήματος, και με ελάχιστες βακτηρίες ύλης, επανεξετάζει και ξαναγράφει, αποδομεί και επαναδομεί τον ιστό του ιδιωτικού και του περιβάλλοντος κόσμου της, διατηρώντας τη λιτή καθαρότητα της γραμμής, του υλικού και του χρώματος ως βασικό συστατικό μιας αυτόνομης πραγματικότητας όπου η σχηματοποίηση δεν αναιρεί διόλου την ποιητικότητα μα και τη μεταβατική ερμηνευτική δυνατότητα του σχεδιασμού.

Όπως σημειώνει η Μελετοπούλου, μνημονεύοντας κατ’επανάληψη τον Claude Lévi-Strauss και το έργο του «Μύθος και Νόημα», είναι «μια οδική διασταύρωση όπου συμβαίνουν πράγματα. Το έργο μου συλλαμβάνεται μέσα μου χωρίς εγώ να έχω επίγνωση, και τα νήματα που χρησιμοποιώ, κυριολεκτικά και συμβολικά, κινούν και κινούνται».

Θα μπορούσαμε ίσως να υποθέσουμε ότι το πεδίο του βάθους του έργου δεν είναι άλλο από τη ζωή ως συνθήκη. Ο τρόπος με τον οποίο θα τη βιώσουμε, τα θραύσματα που θα αφήσουμε πίσω μας, τα υλικά και ψυχικά δεκανίκια επάνω στα οποία θα ακουμπήσουμε, οι συναντήσεις και οι απώλειες που θα μας καθορίσουν, κρέμονται ως εναλλακτικές διαφορετικές πιθανότητες από μια απειροελάχιστη κλωστή. «Με αυτήν ακριβώς τη συνείδηση της αδυναμίας της ανατροπής των γεγονότων και πραγμάτων, καλούμαστε στο εξής να ζήσουμε», καταλήγει η ίδια, εξηγώντας ότι σε αυτήν ακριβώς την αδυναμία οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα η ανάγκη της για τάξη, τόσο στο σύνολο όσο και στα επιμέρους σημεία του έργου της.

Και εάν όλο αυτό φαντάζει εντέλει ως μια περιπέτεια του νου, θα ήθελα, κλείνοντας, να επισημάνω ότι η περιπέτεια αυτή έχει την αφετηρία της σε μια γενναιόδωρη κατάθεση ύλης και ψυχής, σε μια ποιητική και αρχικά ασύντακτη εξομολογητική επιθυμία χρωμάτων και ύλης που κατά τη διάρκεια της εικαστικής πράξης των τελευταίων ετών, μετατράπηκε σε ένα προσωπικό σημειολογικό ημερολόγιο.

                                                                                       Ίρις Κρητικού